Előző fejezet Következő fejezet

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΤΩΝ ΕΑΑΗΝΩΝ ΤΗΣ ΟΥΓΓΑΡΙΑΣ

 

Οι Έλληνες της Ουγγαρίας πάντα αποτελούσαν μία σχετικά ολιγάριθμη κοινότητα. Ο αριθμός της κυμαίνονταν ανάμεσα στις 4 έως 10 χιλιάδες άτομα. Η παρουσία τους ωστόσο στην οικονομική, στη δημόσια και την πολιτική ζωή της χώρας ήταν αισθητή. Αυτό ισχύει τόσο για την παλιά διασπορά όσο και για τη σημερινή, αν και τα αίτια της εγκατάστασής τους εδώ, τα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά τους διαφέρουν.

Οι ιστορικές ρίζες της ελληνικής μειονότητας της Ουγγαρίας βρίσκονται στην εποχή των κατακτητικών επιδρομών των Τούρκων στα Βαλκάνια. Το κύμα των προσφύγων από τη μαρτυρική χερσόνησο προς βορρά και δύση, που δεν άφησε άθικτη και την Ουγγαρία είχε αρχίσει πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης, πρωτεύουσας, μαζί και το τελευταίο κάστρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μετά την κατάληψη της Ουγγαρίας από τους Τούρκους, στα μέσα του 16ου αιώνα, ιδιαίτερα στην Τρανσυλβανία ήταν αισθητή η παρουσία των Ελλήνων μεταναστών και εμπόρων. Εδώ ευνόησαν την εμπορική δραστηριότητά τους η υποστήριξη και τα διάφορα ευεργετήματα που τους παρείχε ο ηγεμόνας της Τρανσυλβανίας Γκιόργκυ Ράκοτσι. Αυτά τους παρότρυναν, τους ενθάρρυναν και αύξησαν την οικονομική τους βαρύτητα στην χώρα αυτή. Για εκείνη την περίοδο οι ερευνητές του θέματος βρήκαν πολλά ντοκουμέντα στα αρχεία των πόλεων Έγκερ, Σιάροσπατακ, Τόκαϊ, Μίσκολτς και Κάσσα.

Μετά την Τρανσυλβανία, πολύ σύντομα εμφανίστηκαν Έλληνες έμποροι και στα κατεχόμενα από τους Τούρκους εδάφη της Ουγγαρίας και, όντας Τούρκοι υπήκοοι, μπορούσαν να πουλούν ελεύθερα τα εμπορεύματά τους. Νέος σταθμός στην εμπορική τους δραστηριότητα απετέλεσε η ανακατάληψη της Βούδας και η πλήρης απελευθέρωση της Ουγγαρίας. Το 1686 ο

Αεοπόλδος A' απηύθυνε έκκληση για προσέλευση και εγκατάσταση προσφύγων στα νεοαπελευθερωμένα και αραιοκατοικημένα εδάφη της χώρας. Τότε σ' αυτές τις περιοχές εγκαταστάθηκε μεγάλος αριθμός προσφύγων από τα Βαλκάνια για να σωθούν από τις βαρβαρότητες των Τούρκων. Ανάμεσά τους ήταν Βούλγαροι, Έλληνες και Βλάχοι κυρίως από τη Δυτική Μακεδονία και τη Βόρεια Ήπειρο.

Ύστερα από την απελευθέρωση οι Έλληνες διεύρυναν την εμπορική δραστηριότητά τους, έτσι που το 17ο αιώνα έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην οικονομική ζωή της χώρας. Η περίοδος αυτή συνέπεσε και με την εμπορική συγκυρία στις πόλεις της Μακεδονίας. Αυτό έχει σημασία από την άποψη ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων εμπόρων κατάγονταν ακριβώς από τη Μακεδονία. Οι περισσότεροι ήταν πραγματικά Έλληνες στην καταγωγή, εξάλλου εδώ θεωρούνταν όλοι Έλληνες, ακόμα και στην περίπτωση που ήταν βουλγαρικής, βλάχικης ή άλλης καταγωγής. Τους Έλληνες εμπόρους τους προσελκύανε τα δρομολόγια που είχαν πια ανοίξει από παλιά οι πρόγονοί τους, οι δυνατότητες και οι προοπτικές που προβάλλανε μπροστά τους για αποκόμιση μεγάλων κερδών και πλούτου.

Το δεύτερο και το τρίτο κύμα μετανάστευσης από τα Βαλκάνια κατέφτασε στην Ουγγαρία μετά από την υπογραφή των συμφωνιών της Κάρλοτσα (1699) και του Ποζιάροβατς (1718), και αργότερα, το 1769, όταν οι Τούρκοι κατέστρεψαν τη Μοσχόπολη και τα περίχωρά της και οι κατατρεγμένοι από τον Αλή πασά βρήκαν άσυλο στην Ουγγαρία.

Η παραμονή στην Ουγγαρία των Ελλήνων εμπόρων και βιοτεχνών δεν ήταν χωρίς προσκόμματα. Οι Ούγγροι ανταγωνιστές τους, με την βοήθεια των κρατικών αρχών, σε πολλά μέρη εμπόδιζαν την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους και την εγκατάστασή τους. Δεν είχαν δικαίωμα να αγοράζουν ακίνητα, να χτίζουν σπίτια, εκκλησίες, σχολεία, και δεν τους επέτρεπαν να νοικιάζουν μαγαζιά, αποθήκες, βοσκοτόπια κλπ. ΓΓ αυτό επιδίδονταν στο διαμετακομιστικό εμπόριο. Τα εμπορεύματα που έφερναν από την Οθωμανική αυτοκρατορία τα πουλούσαν στην Ουγγαρία και Αυστρία και από εδώ αγόραζαν εμπορεύματα που είχαν ζήτηση στην Τουρκία. Τα καραβάνια των εμπόρων με συνοδεία ένοπλων φρουρών, έφταναν στον προορισμό τους ύστερα από βδομάδες ή και μήνες και αντιμετώπιζαν κακοκαιρίες, ληστρικές επιθέσεις και άλλους κινδύνους. Ξεκινούσαν την άνοιξη από τη Μακεδονία και περνούσαν το Δούναβη στο Σεμλίνο. Στα σύνορα τους περίμενε μακρά και δύσκολη διαδικασία: υγειονομικός έλεγχος, καραντίνα από 20 ως 80 μέρες προς αποφυγή μεταφοράς επιδημιών. Όταν τους εκδίδονταν η υγειονομική βεβαίωση και πλήρωναν τους τελωνειακούς δασμούς συνέχιζαν το δρόμο τους στις ακτές του Δούναβη με προορισμό σε όλη σχεδόν τη χώρα. Περνούσαν από τους καταυλισμούς που από χρόνια είχαν δημιουργήσει.

Η εμπορική τους δραστηριότητα ήταν επωφελής όχι μόνον για τους ίδιους αλλά και για την αυστριακή και ουγγρική οικονομία. Αυτό το αναγνώρισε και η εξουσία, έτσι που από τις πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνα άρχισαν να εκδίδονται διατάγματα και να παίρνονται μέτρα που δημιουργούσαν ευνοϊκότερες συνθήκες για παραπέρα ανάπτυξη της δουλειάς τους, για μόνιμη εγκατάστασή τους στη χώρα. Ταυτόχρονα επήλθαν ποιοτικές αλλαγές στην εμπορική και οικονομική τους δραστηριότητα. Τους δόθηκε το δικαίωμα να νοικιάζουν αποθήκες, καταστήματα, να ανοίγουν παντοπωλεία, εστιατόρια, αρτοπωλεία, εργαστήρια. Μπορούσαν επίσης να αναπτύσσουν και πιστωτικές δραστηριότητες.

Εκείνη την περίοδο ιδρύθηκαν και οι πρώτες ελληνικές οικονομικές κομπανίες (συντροφιές). Σκοπός τους ήταν να αλληλοβοηθούνται οι έμποροι για το ξεπέρασμα των δυσκολιών τους. Οι κομπανίες έδιναν εγγυήσεις στα μέλη τους απέναντι στις αρχές και τους πιστωτές, τους παρείχαν δάνεια για την απόσβεση των χρεών τους κλπ. Στα μέσα του 18ου αιώνα τέτοιες κομπανίες λειτουργούσαν στο Έγκερ, στο Γκιούγκιους, στην Πέστη, στο Κέτσκεμητ, Μίσκολτς, Τόκαϊ και σε πολλές άλλες πόλεις της χώρας.

Από τα μέσα του 18ου αιώνα άρχισε μία δυναμική και πολύπλευρη ανάπτυξη των ελληνικών κοινοτήτων που είχαν δημιουργηθεί πια στις σημαντικότερες πόλεις της χώρας. Στην πορεία αυτή της προσαρμογής των Ελλήνων στο περιβάλλον που ζούσαν, στη μόνιμη εγκατάστασή τους συνέβαλε το διάταγμα περί όρκου πίστεως, που εξέδωσε η Μαρία Θηρεσία το 1769, με το οποίο υποχρέωνε τους Έλληνες να εγκατασταθούν μόνιμα στην χώρα. Μ' αυτό έχασαν την τούρκικη υπηκοότητα και τα δασμολογικά ευεργετήματα που απολάμβαναν έως τότε. Το μέτρο για τη μόνιμη εγκατάσταση των Ελλήνων απετέλεσε παράγοντα βαθμιαίας επιτάχυνσης της αφομοίωσής τους, ενισχυμένο και από το διάταγμα του Λεοπόλδου Β' (1790) με το οποίο τους παρέχονταν το δικαίωμα να αγοράζουν περιουσίες, ακίνητα, καθώς και να καταλαμβάνουν αξιώματα του δημοσίου.

Έτσι πολλοί ελληνικής καταγωγής πολίτες απόκτησαν τίτλους ευγενείας (κόμιτος και βαρόνου) και δυνατότητα σταδιοδρομίας στην οικονομική, αλλά και στην δημόσια και πολιτική ζωή. Η ιστορία έχει καταγράψει πολλούς ελληνικής καταγωγής τραπεζίτες, βιομηχάνους, γαιοκτήμονες που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην οικοδόμηση και την χρηματοδότηση σημαντικών έργων και γενικότερα στην ανάπτυξη της οικονομίας, καθώς και γενικότερα στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας.

Τη θέση και τη διαβίωση των Ελλήνων στην Ουγγαρία ευνόησε και το διάταγμα περί ανεξιθρησκίας του Ιωσήφ Β' το 1781, το οποίο, αν και με ορισμένους περιορισμούς, τους έδωσε το δικαίωμα ανέγερσης δικών τους ορθόδοξων εκκλησιών. Νωρίτερα, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, οι Έλληνες δεν είχαν τέτοιο δικαίωμα. Τις θρησκευτικές τελετουργίες τις τελούσαν στα σπίτια τους διακοσμώντας κατάλληλα τους χώρους για προσευχή ή πήγαιναν στις εκκλησίες των Σέρβων ομοθρήσκων τους. Ύστερα από την έκδοση του διατάγματος αυτού σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, οικοδομήθηκαν πολλές ελληνικές εκκλησίες και σημειώθηκε σοβαρή ανάπτυξη της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής και της εικονογραφίας που άφησε μεγάλης αξίας έργα. Ταυτόχρονα με την οικοδόμηση των εκκλησιών οικοδομούνταν δίπλα σ' αυτές και ελληνικά σχολεία. Την περίοδο εκείνη στο έδαφος της Ουγγαρίας χτίστηκαν πάνω από τριάντα ελληνικές εκκλησίες και λειτουργούσαν άλλα τόσα περίπου ελληνικά σχολεία. Οι πιο γνωστές ορθόδοξες εκκλησίες οικοδομήθηκαν στις πόλεις Ντούναφιουλντβαρ (1788), Μπήκης (1789), Έγκερ (1792), Χόντμεζουβασιαρχεϊ (1786), Σέντες (1786), Τόκαϊ (1790), Βάτς 1793, Κάρτσαγκ (1798), Πέστ (1801), Γκιούγκιους (1809), και Κέτσκεμητ (1824).

Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα σ' όλες σχεδόν τις ελληνικές παροικίες λειτουργούσαν σχολεία μητρικής γλώσσας. Στην οδό “Γκάλαμπ” της Πέστης, δίπλα στο ελληνικό σχολείο, το 1812 εγκαινιάστηκε και το ελληνικό διδασκαλείο.

Μεγάλο ήταν το ενδιαφέρον και για τα ελληνικά βιβλία. Για την εντατική ελληνική δραστηριότητα μαρτυρεί το γεγονός ότι από τα τέλη του 18ου αιώνα ως τα μέσα του 19ου αιώνα εκδόθηκαν στην ελληνική γλώσσα περίπου 100 σχολικά, ιστορικά, θεολογικά, λογοτεχνικά και άλλα βιβλία. Ανάμεσα σ’ αυτά είναι και του εμπόρου και εξαίρετου λόγιου εκείνης της εποχής Γεώργιου Ζαβίρα, ο οποίος έγραψε 17 έργα και μετέφρασε στα ελληνικά άλλα τόσα. Μεταξύ των έργων του είναι η πρώτη επιστημονικά επεξεργασμένη ιστορία της νεοελληνικής φιλολογίας με τον τίτλο ”Νέα Ελλάς ή ελληνικόν θέατρον, ήτοι Ιστορία των πεπαιδευμένων Ελλήνων, των μετά την θλιβεράν του γένους ημών κατάστασιν ακμασάτων”.

Οι 'Ελληνες ζούσαν διεσπαρμένοι σε όλες τις γωνιές της χώρας, αλλά τους συνέδεαν τα κοινά οικονομικά συμφέροντα, το κοινό πνευματικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό ενδιαφέρον. Διατηρούσαν στενή επαφή με τη γενέτειρά τους, που βρίσκονταν κάτω από την τούρκικη σκλαβιά, όχι μόνον δια μέσου των συγγενών τους, αλλά και δια μέσου του εθνικού απελευθερωτικού κινήματος, το οποίο το βοηθούσαν ηθικά και οικονομικά. Το πιστοποιεί αυτό και το γεγονός ότι ο Ρήγας Φεραίος, ο πρωτεργάτης του Ελληνικού Διαφωτισμού, πρόδρομος της Ελληνικής Επανάστασης και πρωτομάρτυρας, πριν τη σύλληψη και τη θανάτωσή του το 1798 από τους Τούρκους, ζούσε για πολύ καιρό στην Αυστρο-Ουγγαρία.

Μπαίνει το ερώτημα: πόσοι άραγε να ήταν οι "Ελληνες που ζούσαν τότε στην Ουγγαρία; Η απάντηση είναι δύσκολη, αν και αξιόλογοι ερευνητές έκαναν προσπάθειες να συγκεκριμενοποιήσουν τον αριθμό. Σύμφωνα με τα στοιχεία απογραφής και τα ληξιαρχικά αρχεία διάφορων πόλεων, στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα στην Ουγγαρία ζούσαν περί τις δέκα χιλιάδες "Ελληνες. Κατά τον καθηγητή Έντρε Χόρβατ εκείνη την περίοδο λειτουργούσαν τριάντα ελληνικές θρησκευτικές κοινότητες και 26 σχολεία. Σύμφωνα με την στατιστική του Έλεκ

Φήνυες στην δεκαετία του 1840, στην Ουγγαρία ζούσαν 5.680 Έλληνες και λειτουργούσαν 17 ελληνικές ορθόδοξες εκκλησίες στο εσωτερικό της χώρας και τρεις στην Τρανσυλβανία. Ο Ο. Τσόεριγκ το 1857 υπολόγιζε τον αριθμό των Ελλήνων σε 9.159 άτομα στον οποίο περιελάμβανε όμως και τους Έλληνες των εδαφών που σήμερα ανήκουν στη Σερβία και την Κροατία. Η δυσκολία έγκειται και στο παράδοξο στην ιστορία της ελληνικής διασποράς, ότι ταυτόχρονα με την άνθιση των ελληνικών κοινοτήτων, όταν σ' αυτές άκμαζε η πνευματική, θρησκευτική και πολιτιστική ζωή, εξελίσσονταν με γοργούς ρυθμούς και η αφομοίωσή τους. Σαν αποτέλεσμα της αφομοιωτικής διαδικασίας στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας ουσιαστικά παύει και να υπάρχει εν μέρει η ελληνική διασπορά από την άποψη της χρήσης της μητρικής γλώσσας, της διατήρησης των συνηθειών, των ηθών και εθίμων. Θα μπορούσε κανείς να συναντήσει ελληνικής καταγωγής ανθρώπους, οι οποίοι δεν διατήρησαν ούτε τη γλώσσα, ούτε τις συνήθειες των Ελλήνων και μόνον από τις διηγήσεις των προγόνων τους γνώριζαν κάτι για την προέλευσή τους. Ο εξαίρετος ερευνητής της ελληνικής διασποράς Ούντουν Φιούβες σε μελέτες του, ασχολούμενος με την ιστορία της αφομοίωσης των Ελλήνων, τονίζει ότι αυτοί αφομοιώθηκαν όχι μονάχα στους Ούγγρους, αλλά και στις σέρβικες και ρουμανικές κοινότητες.

Συνεπώς, όταν άρχισε η ιστορία της σημερινής ελληνικής διασποράς, οι απόγονοι της παλιάς διασποράς πληροφορούνταν για την καταγωγή τους μόνον από τις αναμνήσεις της οικογένειας, που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά, ή από το θρήσκευμά τους. Ήταν κάτι που χάνονταν στο μακρινό, στο βαθύ παρελθόν.

Η νέα ελληνική διασπορά διαμορφώθηκε μέσα σε άλλες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Ύστερα από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο στην Ελλάδα, με την άμεση υποστήριξη της Αγγλίας και των Η.Π.Α., ανήλθε στην εξουσία η δεξιά παράταξη. Ενάντια στους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, ενάντια στις δυνάμεις της Αριστεράς εξαπέλυσε αδυσώπητο κύμα τρομοκρατίας και μαζικών διωγμών. Χιλιάδες δημοκράτες αγωνιστές αναγκάστηκαν να φύγουν στα βουνά ή να αναζητήσουν άσυλο στο εξωτερικό. Ήδη την άνοιξη του 1946 υπήρξαν οι πρώτες ένοπλες συγκρούσεις. Άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος (1946 - 1949), οι συνέπειες του οποίου ήταν κυριολεκτικά καταστροφικές. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, πάνω από εκατό χιλιάδες άνθρωποι πήραν το δρόμο της προσφυγιάς καταφεύγοντας στις τότε σοσιαλιστικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ουγγαρίας.

Οι πρώτοι "φυγάδες” του προσφυγικού κύματος έφτασαν στην Ουγγαρία την άνοιξη του 1948. Πρόκειται για 840 παιδιά όπως μας πληροφορεί η εφημερίδα ‘Ίάμπαντ Νηπ” στο φύλλο της 8ης Απριλίου. Πολύ σύντομα ακολούθησαν η μία ύστερα από την άλλη οι αμαξοστοιχίες μεταφέροντας στην Ουγγαρία πάνω από τρεις χιλιάδες αγόρια και κορίτσια ηλικίας 5 ως 16 χρονών - μέρος της ομάδας των 25 χιλιάδων περίπου παιδιών που διέφυγαν και διασώθηκαν με τον τρόπο αυτό από τις φρικαλεότητες του εμφυλίου πολέμου στις περιφέρειες της καταγωγής τους. Την ίδια περίοδο άρχισαν να καταφτάνουν και πολλοί τραυματίες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδα:. Μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου προστέθηκε σημαντικός αριθμός και άλλων προσφύγων. Σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς, το 1950-52 στην Ουγγαρία βρίσκονταν περί τις 7-9 χιλιάδες πολιτικοί πρόσφυγες. Το 1953 αρχίζει η μείωση του αριθμού των προσφύγων. Τότε με τη μεσολάβηση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού επέστρεψαν στην Ελλάδα σε δυο κύματα περί τις 2.000 άτομα. Το 1957 μετοίκησαν στη Τσεχοσλοβακία από την πόλη Ντούναουϊβαρος 300 περίπου πρόσφυγες. Στο ίδιο διάστημα έφυγαν για τη Βουλγαρία άλλοι 200 περίπου. Τοτε και στα επόμενα χρόνια αρκετοί Έλληνες επέστρεψαν στην Ελλάδα ή μετοίκησαν στην Αυστραλία, Καναδά, Η. Π. Α. και σε άλλες χώρες σε συγγενείς τους. Την ίδια περίοδο άρχισε η μετοίκηση κυρίως Σλαβομακεδόνων στη Μακεδονική Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Το κύμα αυτό συνεχίστηκε και στην δεκαετία του 1960, αλλά και αργότερα. Σημειώνουμε ότι το 1954-55 έγιναν προσπάθειες για τη συνένωση των οικογενειών των προσφύγων που ζούσαν στις σοσιαλιστικές χώρες πάνω σε μία σχετικά αμοιβαία βάση ως προς τον αριθμό μετακίνησης από την μια χώρα στην άλλη. Γι αυτό οι μετακινήσεις αυτές δεν επέδρασαν στην αύξηση ή τη μείωση του αριθμού των προσφύγων στην χώρα. Ύστερα από όλες αυτές τις μετακινήσεις στην δεκαετία του 1960 ο αριθμός των Ελλήνων στην Ουγγαρία ανέρχονταν στις 6.000 περίπου.

Για την Ουγγαρία, η οποία στα τέλη της δεκαετίας του 1940 αλλά και αργότερα είχε ακόμα ανοικτές τις πληγές από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η υποδοχή τόσο μεγάλης μάζας προσφύγων συναντούσε σοβαρές δυσκολίες. Εξασφάλισε τη νοσοκομειακή περίθαλψη σε εκατοντάδες τραυματίες, τακτοποίησε σε παιδικούς σταθμούς και σε άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα πάνω από τρεις χιλιάδες παιδιά διασφαλίζοντας τη μόρφωσή τους. Έπρεπε να στεγάσει χιλιάδες ανθρώπους, να τους εξασφαλίσει δουλειά και συνθήκες διαβίωσης.

Επαύξανε τις δυσκολίες το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των προσφύγων ήταν αγρότες με περιορισμένη μόρφωση και προπαντός χωρίς επαγγελματικό-τεχνική ειδίκευση. Φυσικά, σοβαρό εμπόδιο ήταν η γλώσσα και η δυσκολία προσαρμογής στο καινούργιο γι αυτούς περιβάλλον. Πολλοί ήταν οι ανάπηροι και εξαντλημένοι που μόλις είχαν βγει από τα νοσοκομεία και δεν ήταν σε θέση να εργαστούν σε βαριές δουλειές. Πολλά ήταν τα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι αρχές και οι ίδιοι οι πολιτικοί πρόσφυγες, οι οποίοι επιπλέον θεωρούσαν αρχικά την παραμονή τους προσωρινή και σύντομη την επάνοδό τους στην πατρίδα.

Μεγάλη και επίμονη προσπάθεια καταβλήθηκε για την τακτοποίηση των παιδιών. Αμέσως μετά την άφιξή τους υποβλήθηκαν σε ιατρική εξέταση και σύμφωνα με τα αποτελέσματά της 109 παιδιά έπρεπε να νοσηλευθούν σε νοσοκομεία, τα υπόλοιπα εγκαταστάθηκαν σε διάφορα παραθεριστικά ιδρύματα, σανατόρια, όπου χάρη στην απλόχερη και ολόπλευρη φροντίδα υπερνίκησαν την εξάντληση και επανέκτησαν την ευρωστία.

Ύστερα απ' αυτό τα παιδιά εγκαταστάθηκαν στους παιδικούς σταθμούς. Τέτοιοι σταθμοί υπήρχαν στο Μπάλατοναλμαντι, Μπάλατονκενεσι, Μπάλατονλελε, στο Τσέρτου, κοντά στο Σίγκετβαρ, στο μέγαρο των Φέστετιτς στο Ντιγκ, στο Ίσκασεντγιοργκυ, στο Φέχιρβαρ-Τσιουργκο, στο μέγαρο των Άππονυοι του Χιούγκες και αλλού.

Το σχολικό έτος 1948-1949 το άρχισαν στους παιδικούς σταθμούς, που διέθεταν κατάλληλες αίθουσες διδασκαλίας, γυμναστήρια κλπ. Η διδασκαλία στην αρχή γίνονταν μονάχα στην ελληνική γλώσσα. Πολύ σύντομα ωστόσο συνεχίστηκε και στην ουγγρική και στη σλαβομακεδονική γλώσσα. Επιπρόσθετα εφαρμόσθηκε ευρύ πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης και ανύψωσης του επιπέδου των δασκάλων δεδομένου ότι ανάμεσα στους πολιτικούς πρόσφυγες πολύ λίγοι ήταν οι επαγγελματίες εκπαιδευτικοί. Η επιλογή τους γίνονταν από τα κορίτσια και τις γυναίκες που ήλθαν από την Ελλάδα σαν συνοδοί των παιδιών, από αποθεραπευμένους ανάπηρους και άλλους πρόσφυγες με τα μεγαλύτερα προσόντα. Οργανώνανε γι αυτούς τακτικά φροντιστήρια. Οι περισσότεροί τους στην Ελλάδα είχαν τελειώσει μόνον την έκτη τάξη του δημοτικού. Ανάμεσα τους υπήρχαν δάσκαλοι που μόνον με ένα ή δύο μαθήματα προπορεύονταν τους μαθητές τους.

Στη δεκαετία του 1950 λειτουργούσαν σχολεία και για τα παιδιά που ζούσαν με τους γονείς τους στην Βουδαπέστη και στο χωριό Μπελογιάννης. Στο σχολικό έτος 1953-1954, 1400 παιδιά πήγαιναν στα δημοτικά σχολεία, από τα οποία τα 950 ήταν σε παιδικούς σταθμούς. Το 1957 τέλειωσαν το δημοτικό σχολείο τα παιδιά που ήλθαν από την Ελλάδα σε ηλικία 5 χρονών. Κατόπιν έπαυσαν να λειτουργούν οι παιδικοί σταθμοί. Η διδασκαλία της μητρικής γλώσσας συνεχίστηκε στα σχολεία κατά τόπο διαβίωσης των προσφύγων, όπως στη Βουδαπέστη, στο χωριό Μπελογιάννης, Τάταμπάνια και Μίσκολτς.

Σοβαρό ρόλο έπαιξε στον τομέα της εκπαίδευσης η ΕΒΟΠ (Επιτροπή Βοήθειας στο Παιδί), που ιδρύθηκε αμέσως μετά την άφιξη των παιδιών και απαρτίζονταν από εκπαιδευτικούς και άλλους μορφωμένους πολιτικούς πρόσφυγες. Η ΕΒΟΠ επιδόθηκε στη συγγραφή και την έκδοση των πρώτων σχολικών βιβλίων για τα προσφυγόπουλα.

Το σύστημα της εδώ ελληνικής εκπαίδευσης άλλαξε λίγο πριν τη δεκαετία του 1960, όταν τα παιδιά των προσφύγων συνέχιζαν τη μάθησή τους στα ουγγρικά σχολεία στον τόπο κατοικίας και με βάση ειδικό διάταγμα, στο οποίο ορίζονταν ότι εκεί όπου υπάρχουν τουλάχιστον 5 το αριθμό Ελληνόπουλα, να διδάσκεται και η μητρική γλώσσα, η φιλολογία, η ιστορία και η γεωγραφία της Ελλάδας.

Αλλά ας επανέλθουμε στα πρώτα χρόνια μετά την άφιξη των παιδιών: Τα παιδιά και οι νέοι που ήταν άνω των 14 ετών φοιτούσαν στο μεγαλύτερο μέρος τους σε σχολές επαγγελματικής κατάρτισης, σε φροντιστήρια επιμόρφωσης και σε ειδικές προπαρασκευαστικές σχολές στο επίπεδο μέσης εκπαίδευσης, με τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Το 1950 αποφοίτησαν από τις επαγγελματικές σχολές οι πρώτοι ειδικευμένοι εργάτες και μπήκαν στη δουλειά σε διάφορα εργοστάσια. Τυ σχολικό έτος 1951-52 εισήλθαν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση οι πρώτοι φοιτητές. Σύμφωνα με έκθεση του Προεδρείου του Πολιτιστικού Συλλόγου Ελλήνων Ουγγαρίας ως το 1988 αποφοίτησαν από ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα πάνω από 450 μηχανικοί, καθηγητές, οικονομολόγοι, γιατροί, καλλιτέχνες κ.α.„ που αρκετοί απ' αυτούς σταδιοδρομούν πετυχημένα σήμερα και στην Ελλάδα.

Η οργάνωση της ζωής των ηλικκομένων απαίτησε επίσης πολλές προσπάθειες. Το 1949 ιδρύθηκε η Επιτροπή Τακτοποίησης των προσφύγο>ν. Το 1950 αντικαταστάϋηκε από το Κέντρο Εξυπηρέτησης Αντιφασιστών προσφύγων (ΑΜΕΟ) στα πλαίσια του Υπουργείου Υγείας, επιφορτισμένο με τα προβλήματα για τους πολιτικούς πρόσφυγες. Λειτούργησε ως τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Μερίμνησε να εξασφαλίσει στους πρόσφυγες κατοικία και δουλειά. Οι περισσότεροι πολιτικοί πρόσφυγες βρήκαν απασχόληση στην βιομηχανία κυρίως της πρωτεύουσας. Αρκετός αριθμός των προσφύγων στεγάστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο συγκρότημα κτιρίων του προόην εργοστασίου καπνοβιομηχανίας ”Ντόχανγκυαρ” στο 8ο διαμέρισμα της Βουδαπέστης, διασκευασμένο σε κατοικίες. Σε μικρά, στενά δωμάτια ζούσαν στριμωγμένοι 2-3 χιλιάδες εκπατρισμένοι. Στο ιδιόμορφο αυτό στεγαστικό συγκρότημα περνούσαν τις καλές και δύσκολες μέρες, τις χαρές και τις θλίψεις τους, οργανώνοντας τις γιορτές και τα γλέντια τους. Στα δωμάτια δεν διέθεταν κουζίνα, μπάνιο, τουαλέτα κλπ. Όλα αυτά ήταν κοινά. Στον αυλόγυρο, αυτής της υπερσυλλογικής συγκατοικίας του συγκροτήματος οι άνδρες συζητούσαν τα επίκαιρα πολιτικά γεγονότα, οι γυναίκες μιλούσαν κυρίως για τις καθημερινές τους σκοτούρες, ενώ τα παιδιά έπαιζαν τα παιχνίδια τους. "Στρατηγικός” χώρος ήταν η ”Μεγάλη ουλτούρα”, η αίθουσα παραστάσεων και ψυχαγωγίας, όπου όιοργανώνονταν οι εθνικές γιορτές και άλλες πανηγυρικές εκδηλώσεις, στις οποίες συμμετείχαν και συμπατριώτες που ζούσαν και σε άλλες πόλεις της Ουγγαρίας. Καμάρι των προσφύγων ήταν η πετυχημένη ποδοσφαιρική ομάδα ’Όλυμπος” η οποία αναζωπύρωνε το εθνικό-πατριωτικό φρόνημα.

Μεγάλος αριθμός προσφύγων εγκαταστάθηκε σε άλλες πόλεις που ηταν κέντρα της ταχείας εκβιομηχάνισης που συντελούνταν κατα την δεκαετία του 1950, όπως στο Μίσκολτς, Τάταμπανια, Ντούναοιηβαρος, Σιαλγκοταριαν, Οζντ, ΓΙίτς. Βατς. Αυτοί απασχολήθηκαν κυρίως στη μεταλλουργία και στα ορυχεία. Στις παραπάνω πόλεις και σήμερα ζούνε προσφυγικές οικογένειες.

Ιδιαίτερης σημασίας για τον ελληνισμό της Ουγγαρίας ήταν το χτίσιμο του "Ελληνικού χωριού", όπως ονομαζόταν τότε. Η οικοδομησή του ξεκίνησε το Μάη του 1950, σε χώρο 60 χιλιόμετρα νότια της Βουδαπέστης, κοντά στο χωριό Ίβαντσα και στο Κρατικό Αγρόκτημα Σίνα. (Είναι άραγε τυχαίο όχι το υποστατικό αυτό ήταν στους παλιούς καιρούς ιδιοκτησία του ελληνικής καταγωγής μεγαλοκτηματία και αριστοκράτη Σίνα, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ιστορία της παλιάς ελληνικής διασποράς. όπως και στην οικονομική ζωή της Ουγγαρίας του 19ου αιώνα.)

Οι εργάτες, οικοδόμοι του χωριού, ήταν πρόσφυγες, ενώ οι ειδικοί, σχεδιαστές, εργοδηγοί ήταν Ούγγροι και Έλληνες μαζί. Φαίνεται απίστευτο, είναι όμως γεγονός, ότι μέσα σε πέντε μήνες χτίστηκαν συνολικά 413 ”απλές" κατοικίες, από τις λεγάμενες σειρές σπιτιών μειωμένης αξίας, που κατοικούνται ωστόσο και σήμερα. Η δουλειά έπρεπε να τελειώσει για να προλάβουν το φθινόπωρο, όταν θα άρχιζε η περίοδος επεξεργασίας των ζαχαρότευτλων στο κοντινό εργοστάσιο ζάχαρης του Έρτσι, ώστε ν' αδειάσουν οι αποθήκες του στις οποίες καταυλίζονταν προσωρινά οι οικοδόμοι, γι' αυτό δούλευαν και τα Σαββατοκύριακα, χωρίς να υπολογίζουν τις ώρες δουλειάς. Τις Κυριακές και άλλες εύκαιρες μέρες έφταναν εκατοντάδες πρόσφυγες από τη Βουδαπέστη να βοηθήσουν τους οικοδόμους με εθελοντική εργασία. Σ' όλες τις κατοικίες συνδέσανε το ρεύμα, αλλά τη σύνδεση του νερού και το αποχετευτικό σύστημα το ανέβαλαν για αργότερα.

Μετά τις κατοικίες χτίστηκε το κτίριο του Κοινοτικού Συμβουλίου, το σχολείο, το νηπιαγωγείο, το βρεφοκομείο, η αίθουσα παραστάσεων και άλλα κτίρια για την εξυπηρέτηση των κατοίκων του. Εκκλησία τότε δεν οικοδόμησαν. Πρόσφατα, το 1996 εγκαινιάστηκε η ορθόδοξη εκκλησία στο χωριό Μπελογιάννη.

Στο χωριό εγκαταστάθηκαν κυρίως πρώην αγρότες που ήθελαν να συνεχίσουν το επάγγελμά τους. Στην πλειοψηφία τους ήταν Μακεδόνες, Ηπειρώτες, Θράκες, αλλά υπήρξαν και από τη Θεσσαλία και από άλλες περιοχές της Ελλάδας. Ο Δρ. Έρνου Έπεριεσσυ, σε μια μελέτη του (1993), σημειώνει ότι η ελληνική κοινότητα του Μπελογιάννη αποτελούνταν από ανθρώπους που ήρθαν εδώ από 120 περίπου χωριά της Ελλάδας. Στην αρχή δούλευαν στο Κρατικό Αγρόκτημα Σίνα. Αργότερα ιδρύθηκε ο Αγροτικός Συνεταιρισμός ’Έιρήνη”. Πολλοί νέοι δούλευαν σε εργοστάσια της Βουδαπέστης, στο Ντούναουϊβαρος, Έρτσι και σε άλλες γειτονικές πόλεις. Από τα πρώτα ιδρύθηκε επίσης ο Βιοτεχνικός συνεταιρισμός στον οποίο βρήκαν απασχόληση 200 ανάπηροι και γυναίκες.

Στις 3 Απριλίου του 1952, λίγες μέρες μετά την εκτέλεση του ήρωα, το ’Έλληνικό Χωριό” πήρε το όνομα του Νίκου Μπελογιάννη.

Κάθε καινούργιος οικισμός έχει και τα προβλήματά του. Τα είχαν και οι 1200 πρόσφυγες του χωριού Μπελογιάννη. Στην προσπάθεια του παραπέρα εξωραϊσμού είχαν και στο εξής την συμπαράσταση των συμπατριωτών τους. Αξίζει να σημειωθεί εδώ η ανταπόκριση στην εφημερίδα "Λαϊκός Αγώνας” της 18ης Απριλίου του 1953 στην οποία διαβάζουμε ότι 20 Έλληνες διανοούμενοι της Βουδαπέστης (ανάμεσα τους ο Αγαμέμνων Μακρής και ο συγγραφέας Δημήτρης Χατζής) πρόσφεραν 13.620 φιορίνια για να βοηθήσουν τους εργαζόμενους του Αγροτικού Συνεταιρισμού ’Έιρήνη”. Υπήρξαν και πολλοί άλλοι που βοήθησαν. Φυσικά περισσότερα έκαναν οι ίδιοι οι κάτοικοι του χωριού. Για να κάνουν πιο ευχάριστη τη διαβίωσή τους φρόντιζαν για τον καλλωπισμό του, για τον εκσυγχρονισμό των κατοικιών τους, τον εξοπλισμό με τις σημερινές τους ανέσεις.

Μετά το 1960 επήλθε αισθητή μείωση του αρχικού προσφυγικού πληθυσμού του χωριού. Πολλοί μετοίκισαν στη Βουδαπέστη, άλλοι μετακόμισαν στη Μακεδονία της τότε Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Αργότερα, όταν δόθηκε η δυνατότητα, πολλοί επαναπατρίστηκαν στην Ελλάδα. Θα σημειώσουμε εδώ ότι πολλοί απ' αυτούς επισκέπτονται συχνά το χωριό διατηρώντας τον δεσμό με την "δεύτερη πατρίδα” τους, την Ουγγαρία και με το χωριό που οι ίδιοι δημιούργησαν. Σήμερα, ύστερα από μισό αιώνα από τους 1200 κατοίκους του χωριού μόνον οι 360 περίπου είναι 'Ελληνες ή Σλαβομακεδόνες, οι υπόλοιποι είναι Ούγγροι. Στην πολυεθνική αυτή κοινότητα οι άνθρωποι ζούνε αγαπημένοι και χωρίς προκαταλήψεις.

Οι πολιτικοί πρόσφυγες από την πρώτη στιγμή της άφιξής τους στην Ουγγαρία ζούσαν έντονη πολιτική ζωή και ανέπτυσσαν πλούσια πολιτιστική δραστηριότητα. Στις 11 Ιουνίου του 1950 άρχισε να εκδίδεται η προσφυγική εφημερίδα "Λαϊκός Αγώνας” σε δίγλωσση έκδοση - στην ελληνική και τη σλαβομακεδόνικη γλώσσα - όπως αναφέραμε και για τα σχολεία, όπου η διδασκαλία γίνονταν παράλληλα και στις δυο γλώσσες. Τον ίδιο χαρακτήρα είχαν και οι πολιτιστικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες ικανοποιώντας τη μικτή σύνθεση του προσφυγικού πληθυσμού.

Αλλά για την καλύτερη κατανόηση του ζητήματος είναι απαραίτητο να επιστρέφουμε λίγο πίσω, να αναφερθούμε έστω και σύντομα στα γεγονότα εκείνης της εποχής. Το 1948 ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα πέρασε σε μια πολύ κρίσιμη φάση. Οι μάχες περιορίστηκαν κυρίως στις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας. Ο κυβερνητικός στρατός που είχε την πλήρη υποστήριξη των Άγγλων και των Αμερικανών συμμάχων του, ετοιμάζονταν για την τελική, ολοκληρωτική επίθεση ενάντια στον ολιγάριθμο, εξοπλισμένο με ελαφρά και παλαιωμένα όπλα, Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας. Η καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, στη δύσκολη αυτή κατάσταση, το Γενάρη του 1949 πήρε τη γνωστή απόφαση με την οποία όχι μόνον αναγνώριζε, όπως και ως τότε την ύπαρξη του σλαβομακεδονικού έθνους και υποστήριζε τα δικαιώματα της ισοτιμίας του, αλλά προχώρησε πιο πέρα, αναγνώρισε και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης της ελληνικής Μακεδονίας, ως και του αποχωρισμού της από την Ελλάδα. Ο σκοπός της απόφασης ήταν ολοφάνερος: να κινητοποιήσει ως τον τελευταίο άνθριοπο το σλαβικό πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας στον άνισο αγώνα. Ύστερα από λίγα χρόνια το ίδιο το Κ.Κ.Η. αναγνώρισε πόσο επιζήμια ήταν αυτή η απόφαση για την αριστερά και για τη χώρα. Αλλά το πόσο επιζήμια ήταν για τον ίδιο τον πληθυσμό της περιοχής πολύ λίγα γράφηκαν. Τα χωριά της καταστράφηκαν εξολοκλήρου, χιλιάδες άνθρωποι εξοντώθηκαν, δεκάδες χιλιάδες εκπατρίστηκαν σε διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων και στην Ουγγαρία. Έτσι, αφού μεγάλο μέρος των προσφύγων κατάγονταν από εκείνες τις περιοχές της χώρας, και Σλαβομακεδόνες θεωρούσαν τον εαυτό τους, η καθοδήγηση των προσφύγων προσπαθούσε να εφαρμόζει τη γραμμή του κόμματος. Τότε, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1950 ο συσχετισμός ανάμεσα στους Έλληνες και τους Σλαβομακεδόνες ήταν πάνω από 50 τοις εκατό υπέρ των δεύτερων. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ο αριθμός των Σλαβομακεδόνων στην Ουγγαρία υπολογίζονταν σε πάνω από 2000 άτομα. Για σήμερα δεν υπάρχουν στοιχεία ούτε κατά προσέγγιση. Είναι δύσκολο να γίνουν και έρευνες, γιατί μεγάλο μέρος των ίδιων των ανθρώπων διστάζουν η απλώς δεν θέλουν να πουν ότι είναι ή δεν είναι Σλαβομακεδόνες ή Μακεδόνες σλαβικής καταγωγής. Η αιτία γι' αυτό βρίσκεται στο γεγονός ότι το ελληνικό κράτος συνεχίζει να μην αναγνωρίζει την ύπαρξη τέτοιου έθνους. Ενώ οι ίδιοι δεν θέλουν να βρεθούν σε μειονεκτική θέση όταν γίνεται λόγος για την εξασφάλιση ελληνικού διαβατηρίου, ή όταν θέλουν να λύσουν κληρονομικά ή άλλα προσωπικά ζητήματα στην Ελλάδα.

Επανερχόμενοι στο καθεαυτού θέμα: Ο «Λαϊκός Αγώνας” έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή και τη δράση των πολιτικών προσφύγων. Αρχισε σαν καθημερινή εφημερίδα, πότε με δύο και πότε με τέσσερις ή και περισσότερες σελίδες. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 η εφημερίδα έβγαινε δυο φορές τη βδομάδα, τετρασέλιδη, η μια σελίδα από τις οποίες ήταν στη σλαβομακεδονική γλώσσα. Από το 1957 το φύλλο της Τετάρτης ήταν τετρασέλιδο, μόνον στα ελληνικά, ενώ το φύλλο του Σαββάτου ήταν επίσης τετρασέλιδο, στα ελληνικά, περιείχε ωστόσο δισέλιδο παράρτημα στη σλαβομακεδονική γλώσσα. Η εφημερίδα στην αρχή τυπώνονταν στο τυπογραφείο ”Ρήβαϊ” της Βουδαπέστης, αλλά σύντομα πέρασε στο τυπογραφείο ”Φράνκλιν” όπου στοιχειοθετούνταν μονοτυπικά πάνω από 25 χρόνια. Μετά την κατάρρευση της χούντας και τις πολιτικές αλλαγές που συντελέστηκαν στην Ελλάδα, το 1975 σταμάτησε η έκδοση του σλαβομακεδονικού παραρτήματος. Ο "Λαϊκός Αγώνας” συνέχισε να εκδίδεται μόνον στα ελληνικά κάθε δεύτερη βδομάδα ως το 1977. Θεωρήθηκε ότι μετά τη μεταπολίτευση, όταν η Ελλάδα μπήκε πια στο δρόμο του εκδημοκρατισμού, το status του πολιτικού πρόσφυγα ουσιαστικά έπαψε να υφίσταται και συνεπώς δεν συνέτρεχε λόγος για παραπέρα έκδοση της εφημερίδας.

Ο ’Άάίκός Αγώνας” με τα 25 χρόνια ύπαρξής του αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της προσφυγικής κοινότητας της Ουγγαρίας. Πληροφορούσε για τις εξελίξεις στην Ελλάδα. Ασχολούνταν με τη ζωή, τη δράση και τα προβλήματα της ελληνικής κοινότητας της Ουγγαρίας. Κρατούσε ζωηρή τη σύνδεση με την πατρίδα, κινητοποιούσε τους πρόσφυγες να συμμετάσχουν στις εκδηλώσεις αλληλεγγύης για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, για την υλική και ηθική συμπαράστασή τους. Πάλεψε για τον έντιμο και χωρίς όρους επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων. Παρότρυνε τους πρόσφυγες να εκμεταλλεύονται τις δυνατότητες που τους δίνονται για την πολύπλευρη μόρφωσή τους, την τεχνική και επιστημονική τους κατάρτιση, κρατούσε άσβηστη τη φλόγα της εθνικής τους συνείδησης και υπήρξε βασικός κρίκος για την αλληλοσύνδεσή τους. Οι πρόσφυγες την θεωρούσαν δίκιά τους την εφημερίδα, την αγαπούσαν.

Δικαιολογημένα. Αποδείχτηκε ότι η έκδοση μίας εφημερίδας είναι πολύ δύσκολη δουλειά. Χρειάστηκε να περάσουν 7 χρόνια για να βγει στο 1984 ένα πληροφοριακό δελτίο, από το οποίο διαμορφώθηκε το περιοδικό ’Έλληνισμός” και το οποίο, με διακοπές, έβγαινε μια φορά το χρόνο ή και πιο αραιά, ως το 1993.

Τον Απρίλη του 1995 άρχισε να εκδίδεται το "Ενημερωτικό Δελτίο”, στα ελληνικά και στα ουγγαρέζικα, από την Αυτοδιοίκηση Ελλήνων Βουδαπέστης. Βγαίνει κάθε τρίμηνο με 12 έως 20 σελίδες, με ειδήσεις, ανταποκρίσεις και άλλα σύντομα ενημερωτικά υλικά από τη ζωή και τη δράση του Ελληνισμού της Ουγγαρίας. Κάλυψε ένα μεγάλο κενό και γρήγορα κέρδισε το ενδιαφέρον των αναγνωστών του.

Στα τέλη του 1995 εκδόθηκε το περιοδικό "Καφενείο”, έκδοση της Αυτοδιοίκησης Ελλήνων Ουγγαρίας. Βγαίνει επίσης κάθε τρίμηνο με πολιτικά, πολιτιστικά, φιλολογικά, εθνογραφικά και άλλα υλικά στην ελληνική και στην ουγγρική γλώσσα. Σ' αυτό από καιρό σε καιρό δημοσιεύονται και παραρτήματα με ελληνικά καλλιτεχνικά και άλλα θέματα.

Στην ενημέρωση των προσφύγων, όπως και για την ανάπτυξη της προπαγάνδας προς την Ελλάδα, παράλληλα με τις έντυπες εκδόσεις, σημαντικό ρόλο έπαιξε ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Βουδαπέστης, που άρχισε τις εκπομπές του στην ελληνική γλώσσα αμέσως μετά την άφιξη των πρώτων προσφύγων στην Ουγγαρία, το 1949. Το Ελληνικό Τμήμα του Ραδιοφωνικού Σταθμού Βουδαπέστης σταμάτησε τη λειτουργία του, τις εκπομπές του, το 1983 για τους ίδιους περίπου λόγους που αναφέραμε παραπάνω στην περίπτωση του "Λαϊκού Αγώνα”. Σήμερα στην Ουγγρική Τηλεόραση μεταδίδεται πρόγραμμα στην ελληνική γλώσσα, δέκα λεπτά το μήνα, με θέματα από τη ζωή της ελληνικής κοινότητας. Προβλέπεται να αρχίσει σύντομα εκπομπή στα ελληνικά από το Ουγγρικό Ραδιόφωνο. (Άρχισε το 1998. σ.σ.)

Βασικό στοιχείο για την διατήρηση της εθνικής συνείδησης είναι η καλλιέργεια, η ανάπτυξη και η μετάδοση στις νεότερες γενιές των εθνικών παραδόσεων, της λαογραφίας, του λαϊκού χορού και της μουσικής. Παίρνοντας υπόψη τους αυτό, οι πρόσφυγες μετά την άφιξή τους δημιούργησαν στις κοινότητές τους και στους παιδικούς σταθμούς ερασιτεχνικά μουσικά συγκροτήματα, χορωδίες, θεατρικούς και φιλολογικούς ομίλους, καθώς και ομάδες λαϊκών χορών. Πολλά από τα συγκροτήματά τους ήταν υψηλού καλλιτεχνικού επιπέδου. Το αποκορύφωμα της πλούσιας πολιτιστικής δραστηριότητας υπήρξε στην δεκαετία του 1960, όταν διοργανώθηκαν τα πολιτιστικά φεστιβάλ των εκπατρισμένων (το 1960 στο χωριό Μπελογιάννης, το 1963 και 1968 στη Βουδαπέστη).

Ύστερα από μια σχετική χαλάρωση, άρχισε στην δεκαετία του 1980 εκ νέου να ζωηρεύει η πολιτιστική δραστηριότητα του ελληνισμού. Στη Βουδαπέστη και στην ύπαιθρο έγινε της μόδας πια η διοργάνωση βραδιών ελληνικού λαϊκού χορού. Σ' αυτές Έλληνες και Ούγγροι νέοι συμμετείχαν και συμμετέχουν και σήμερα μαζικά. Οι χοροεσπερίδες αυτές άσκησαν ενθαρρυντική επίδραση στην παραπέρα ανάπτυξη των μουσικών και χορευτικών συγκροτημάτων των Ελλήνων.

Παραπάνω είχαμε αναφέρει πόσο βασικό θεωρούνταν το καθήκον της οργάνωσης της παιδείας στα πρώτα χρόνια της διαμόρφωσης της νέας ελληνικής διασποράς, τι προσπάθειες καταβλήθηκαν για να μπορούν τα παιδιά να μαθαίνουν την μητρική τους γλώσσα. Με το πέρασμα του χρόνου ωστόσο, όπως άλλαζε η ζωή τους, και όλο και περισσότερο προσαρμόζονταν στο ουγγρικό περιβάλλον, μειώνονταν όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον για την παιδεία. Ακόμα στην δεκαετία του 1960 παρατηρούνταν, όχι μόνο στις μικτές, αλλά και στις αμιγείς νέες οικογένειες να μιλούν την ουγγρική γλώσσα στο σπίτι. Έτσι τα παιδιά τους την ελληνική γλώσσα την άκουγαν σαν ξένη. Συνετέλεσε σ' αυτό και η έλλειψη προοπτικής επαναπατρισμού και επισκέψεων στους συγγενείς στην Ελλάδα, η πιο άμεση σύνδεσή τους με την πατρίδα.

Πραγματική αλλαγή στον τομέα της μάθησης της μητρικής γλώσσας έγινε όταν πλήθαιναν οι περιπτώσεις επαναπατρισμού και επισκέψεων στην Ελλάδα. Τότε οι άνθρωποι κατάλαβαν ότι τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους δε μπορούν να επικοινωνούν στα ελληνικά με τους δικούς τους. Έτσι αναζωογονήθηκε το ενδιαφέρον προς τη μητρική γλώσσα. Αυτό το κατάλαβε καλύτερα και η καθοδήγηση του Συλλόγου η οποία οργάνωσε περισσότερους κύκλους διδασκαλίας, πέρα από εκείνη που γίνονταν σε σχολεία. Η οργανωμένη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας γίνονταν με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Παιδείας της Ουγγαρίας.

Η κεντρική και οι τοπικές αυτοδιοικήσεις των Ελλήνων της Ουγγαρίας, που αναδείχτηκαν το 1994-1995 ύστερα από τις εκλογές, την παιδεία την θεωρούν πρώτιστο καθήκον τους. Η οργάνωση από αυτές, σε νέες βάσεις, της διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας φάνηκε πολύ επωφελής και αποτελεσματική. Μπήκαν στο επάγγελμα νέοι, καταρτισμένοι εκπαιδευτικοί, ανέβηκε το ενδιαφέρον προς αυτήν, αυξάνει συνεχώς ο αριθμός των μαθητών. Δίπλα στα παραδοσιακά κέντρα διδασκαλίας ελληνικών παρουσιάστηκαν και νέες πόλεις με κύκλους μητρικής γλώσσας, όπως το Σιόπρον, Σέγκεντ, Τάταμπανια. Σήμερα περί τα τριακόσια παιδιά και νέοι παρακολουθούν τα μαθήματα της μητρικής γλώσσας σε πάνω από 20 ομάδες στη Βουδαπέστη, στο χωριό Μπελογιάννης και σε άλλες πόλεις της χώρας.

Στα τελευταία χρόνια και οι ελληνικές αρχές δείχνουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον και δίνουν προσοχή σ' αυτό το ζήτημα. Δίνεται τακτικά η δυνατότητα σε Ελληνόπουλα από την Ουγγαρία να παραθερίζουν σε κατασκηνώσεις στην Ελλάδα, μεριμνούν για τον ανεφοδιασμό των σχολείων με ελληνικά σχολικά βιβλία και άλλα μέσα διδασκαλίας, βοηθούν στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και για πρώτη φορά το 1996 στάλθηκε από την Ελλάδα δάσκαλος στο χωριό Μπελογιάννης να βοηθήσει στις εδώ προσπάθειες διδασκαλίας των ελληνικών.

Με την άφιξη των προσφύγων στην Ουγγαρία μεγάλωσε το ενδιαφέρον της ουγγρικής κοινής γνώμης προς την Ελλάδα. Αυτό παρατηρείται πιο έντονα στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στην δεκαετία του 1960 ιδιαίτερα στην πνευματική-φιλολογική και καλλιτεχνική ζωή της χώρας. Η σύνδεση των προσφύγων διανοούμενων Δημήτρη Χατζή, Απόστολου Σπήλιου, Νίκου Παπαδημητρίου, Βαγγελιώς Τσαρούχα και άλλων με τους εκπροσώπους της πνευματικής ζωής της χώρας, η εκλαϊκευτική και οργανωτική φιλολογική δραστηριότητα που ανέπτυξαν έφερε τους καρπούς της. Παρουσιάστηκαν η μια ύστερα από την άλλη μεταφράσεις έργων της ελληνικής ποίησης και πεζογραφίας. Πρωτοστάτησαν στην δουλειά αυτή εξαίρετοι εκπρόσωποι της ουγγρικής φιλολογίας όπως οι Γκάμπορ Ντέβετσερι, Γκήζα Κήπες, Γκιόργκυ Σιόμιο, Μίκλος Χούμπαϊ, Κάλμαν Σάμπο και άλλοι.

Στον τομέα των εικαστικών τεχνών, δίπλα στους διάσημους καλλιτέχνες Αγαμέμνονα και Ζιζής Μακρή, παρουσιάστηκε και η νεώτερη γενιά των προσφύγων καλλιτεχνών, οι γλύπτες Ανδρέας Παπαχρίστου και Ρήγας Χονδροματίδης, Στέφανος Στεφάνου, οι ζωγράφοι Στέλιος Παπαγεωργίου, Ευδοξία Σίδου, Γεώργιος Τζότζογλου και άλλοι. Εδώ μπορούμε να αναφέρουμε τα ονόματα των νεαρών ηθοποιών Αθηνάς Παπαδημητρίου, Χρίστου Πετρίδη,

Νίκου Δημουλά, Θωμά Γκαλμπένη ή των εξαίρετων οικονομολόγων επιστημόνων, που και στην Ελλάδα κέρδισαν υψηλή αναγνώριση Γιάννη Σαμαρά, Στέργιου Μπαμπανάση, του φιλόσοφου Θανάση Βακαλιού, όπως και όλων εκείνων που εδώ τιμούν το όνομα του Έλληνα διανοουμένου.

Σήμερα στην Ουγγαρία ζει μια ελληνική κοινότητα περί τις τέσσερις χιλιάδες άτομα, αναγνωρισμένη επίσημα ως εθνική μειονότητα. Είναι ισότιμοι Ούγγροι πολίτες με όλα τα δικαιώματά τους, οι οποίοι θέλουν να διατηρήσουν την εθνική τους ταυτότητα, τη γλώσσα τους, τις παραδόσεις τους. Το κατάλληλο πλαίσιο γι' αυτό προσφέρεται με το θεσμό της αυτοδιοίκησης, με την οργάνωσή της. Η κατάσταση αυτή διαμορφώθηκε σαν αποτέλεσμα μίας πορείας, που μπορεί να εκτιμηθεί σήμερα και από την ιστορική της άποψη.

Όπως ήδη αναφέραμε οι πρόσφυγες που μετά τον εμφύλιο πόλεμο βρήκαν άσυλο στην Ουγγαρία (όπως και σε άλλες χώρες), τον εκπατρισμό τους τον θεωρούσαν προσωρινό, ελπίζανε ότι μέσα σε ένα δυο χρόνια θα διευθετηθεί το πρόβλημά τους και θα επαναπατριστούν. Αυτό δικαιολογεί και το ότι οι συνθήκες διαβίωσής τους στην αρχή διαμορφώνονταν με βάση το ”αίσθημα της προσωρινότητας” αυτής. Στην πλειοψηφία τους ζούσαν σε μαζικούς τόπους κατοικίας, οι νέοι σε πολύκλινες αίθουσες, και οι σχέσεις τους περιορίζονταν στο κλειστό τους περιβάλλον αναμεταξύ τους. Ο γάμος με Ούγγρο ή με Ουγγαρέζα έκανε κακή εντύπωση και προκαλούσε παράξενα σχόλια. Την τύχη τους, την ζωή τους στην αρχή, την όριζαν οι προσωρινές τοπικές διοικητικές επιτροπές, αργότερα τα εκλεγμένα Λαϊκά Συμβούλια με τις υποεπιτροπές τους σε στενή συνεργασία με τις οργανώσεις βάσης του Κ.Κ.Ε.

Στις δεκαετίες 1950 και 1960 συντελέστηκαν σοβαρές αλλαγές στον τρόπο σκέψης και ζωής των προσφύγων. Όλο και περισσότεροι καταλάβαιναν πως πρέπει να παραιτηθούν από το όνειρο πια για το σύντομο επαναπατρισμό τους. Μ' αυτό αρχίζει και η πορεία της διάλυσης των κλειστών ελληνικών κοινοτήτων. Οι οικογένειες αποκτούν κατοικίες στα διάφορα διαμερίσματα της Βουδαπέστης, πρώτα απ' όλα στις συνοικίες που τότε οικοδομούνταν.

Το 1957 ιδρύθηκε ο Σύλλογος των Πολιτικών Προσφύγων από την Ελλάδα στη Λαϊκή Δημοκρατία της Ουγγαρίας. Και από την ίδια την ονομασία του βγαίνει ότι στους ιδρυτές του ζούσε βαθιά η συναίσθηση ότι είναι πολιτικοί πρόσφυγες. Αυτό ήταν απόλυτα δικαιολογημένο μια και στην Ελλάδα τότε και αργότερα, ως το 1974 εξακολουθούσε να ισχύει το διάταγμα με το οποίο αφαιρέθηκε η ιθαγένεια από τα πρόσωπα που πήραν μέρος στον εμφύλιο πόλεμο και προσωρινά ή μόνιμα βρίσκονταν στο εξωτερικό. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν Έλληνες οι οποίοι δε μπόρεσαν να επανακτήσουν την ελληνική ιθαγένεια.

Ο Σύλλογος είχε τις τοπικές επιτροπές στα παραρτήματα της Βουδαπέστης, στο χωριό Μπελογιάννης, στο Μίσκολτς, Πίτς, Τάταμπανια κ.α. Για το πόσο πολύπλευρη ήταν η δράση του Συλλόγου φαίνεται και από τις πολυάριθμες υποεπιτροπές που είχε: Αντιδικτατορική Επιτροπή, Επιτροπή Εράνου, Επιτροπή Επαναπατρισμού, Εκπολιτιστική Επιτροπή, Επιτροπή Παιδείας, Επιτροπή Σλαβομακεδόνων, Επιτροπή Νεολαίας κλπ.

Το 1974, ύστερα από την κατάρρευση της χούντας, ο όρος ”πολιτικός πρόσφυγας” άρχισε να χάνει την αρχική του έννοια, να συσκοτίζεται. Φάνταξε πραγματοποιήσιμη η σύνδεση με την Ελλάδα και η δυνατότητα επαναπατρισμού. Αυτό έδωσε τη αφορμή για νέα ερωτήματα. Τι θα γίνει με την κατοικία, με το οικόπεδο, το αυτοκίνητο; Τι θα γίνει με τα παιδιά, με τα εγγόνια που έχουν προσαρμοστεί στο περιβάλλον τους εδώ; Θα μπορούν άραγε στην Ελλάδα να λύσουν τα προβλήματα στέγασης και εργασίας; Θα τους δοθεί άραγε η σύνταξη και τα άλλα ασφαλιστικά δικαιώματα για τα οποία δούλεψαν μια ζωή ολόκληρη;

Αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα απασχολούσαν τότε τους πρόσφυγες. Έτσι έφτασε στο 1981 ο Ελληνισμός της Ουγγαρίας, χρόνος ο οποίος έφερε ίσως τη μεγαλύτερη στροφή στην ιστορία του. Στις συνθήκες που δημιουργήθηκαν τότε καθρεφτίζονταν και οι ατέλειες και αντιθέσεις της τότε πολιτικής. Την άνοιξη του 1981 στον Ουγγρικό τύπο δημοσιεύτηκε η είδηση για τις διαπραγματεύσεις του Έλληνα πρωθυπουργού με τους Ούγγρους ηγέτες καθώς και η είδηση για τις διαπραγματεύσεις που έγιναν ανάμεσα στις αντιπροσωπείες του ΚΚΈ και του Ουγγρικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος. Ύστερα από τις διαπραγματεύσεις αυτές κυκλοφόρησαν πολλές αμφίβολες πληροφορίες, αλλά τους άμεσα ενδιαφερόμενους κανείς δεν τους πληροφόρησε όπως θα έπρεπε, δεν τους δόθηκαν οι απαντήσεις στα ερωτήματα που τους απασχολούσαν. Στο τέλος του καλοκαιριού του 1981 απλώς τους ανακοινώθηκε ότι το status του πολιτικού πρόσφυγα παύει να υπάρχει, ότι ο καθένας πρέπει να αποφασίσει μέσα σε δυο τρεις μήνες πως θέλει να διευθετήσει την τύχη του. Θέλει να ζήσει στην Ελλάδα με ελληνική ιθαγένεια ή αν θέλει να ζήσει στην Ουγγαρία με ουγγρική ή ακόμα και με ελληνική ιθαγένεια. Δυσκόλευε την κατάσταση και το ότι οι διαδικασίες επανάκτησης της ιθαγένειας για τους περισσότερους πολιτικούς πρόσφυγες ήταν άγνωστες όσο και εκείνες για την απόκτηση της ουγγρικής ιθαγένειας. Σημαντικό μέρος των προσφύγων τα μέτρα αυτά τα δέχτηκαν με αγανάκτηση και απορία. Δεν τους πείραζε η παύση του status του πολιτικού πρόσφυγα γιατί αυτό σ' εκείνες τις συνθήκες δεν είχε καμία έννοια. Τους πείραζε κυρίως ο τρόπος με τον οποίο πάρθηκε η απόφαση και ο ίδιος ο χειρισμός του πολυσύνθετου προβλήματος, με τον οποίο ορίζονταν η τύχη τους χωρίς να παρθεί υπόψη η γνώμη τους. Τα μέτρα, τόσο από την ελληνική όσο και από την ουγγρική πλευρά ήταν αντιφατικά και ακατανόητα

Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1980 επαναπατρίστηκαν 1000 περίπου άτομα. (Για την τύχη τους, για τα προβλήματα της εκεί προσαρμογής και εγκατάστασής τους έχουν γραφεί και γράφονται πολλά άρθρα ακόμα και μελέτες.)

Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες άλλαξε ο ρόλος και η αποστολή του Συλλόγου. Το επισήμανε αυτό η προώθηση στο επίκεντρο των πολιτιστικών καθηκόντων η ίδρυση της νέας οργάνωσης, του Πολιτιστικού Συλλόγου Ελλήνων Ουγγαρίας που έγινε το 1982 με την καθοδήγηση του Τμήματος Εθνικών Μειονοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού. Πρόεδρος του νέου Συλλόγου εκλέχτηκε ο Θράσος Σαρρής, ο οποίος από το 1967 ως τη διάλυσή του, ήταν πρόεδρος του Συλλόγου των Πολιτικών Προσφύγων από την Ελλάδα στη Λαϊκή Δημοκρατία της Ουγγαρίας. Το Μάη του 1993 για λόγους υγείας υπέβαλε την παραίτησή του. Πέθανε το 1996 στη Βουδαπέστη. Η νέα οργάνωση έθεσε για στόχο της: την εκμάθηση της μητρικής γλώσσας, την καλλιέργεια του ελληνικού πολιτισμού και των εθνικών παραδόσεων, την διοργάνωση διαλέξεων, φιλικών συναντήσεων και άλλων εκδηλώσεων.

Στις 7 Ιουλίου του 1993 η Ουγγρική Βουλή ψήφισε το νόμο περί των δικαιωμάτων των εθνικών μειονοτήτων, που ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς προκαταρκτικής εργασίας. Στην πορεία των προετοιμασιών του πήραν μέρος από την αρχή και οι εκπρόσωποι της ελληνικής μειονότητας, που με τις προτάσεις τους βοήθησαν στην προετοιμασία του νόμου. Η εφαρμογή του νόμου ανοίγει νέες προοπτικές για την ύπαρξη του ελληνισμού, για την διατήρηση της εθνικής συνείδησης και των παραδόσεών του.

Το Δεκέμβρη του 1994 στο Μίσκολτς και το Γενάρη του 1995 στη Βουδαπέστη έγιναν εκλογές για την ανάδειξη των τοπικών αυτοδιοικήσεων, ενώ στις 4 Μαρτίου του ίδιου χρόνου οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι και εκλέκτορες εξέλεξαν την Αυτοδιοίκηση Ελλήνων Ουγγαρίας. Στις εκλογές που έγιναν το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου εκλέχτηκαν και νέες τοπικές αυτοδιοικήσεις των Ελλήνων του Σέγκεντ, Σιόπρον, Μπούνταουρς και του 9ου διαμερίσματος της πρωτεύουσας.

Οι αυτοδιοικήσεις από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής τους απόδειξαν ότι είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν αποτελεσματικότερα την υπόθεση του Ελληνισμού από κάθε άλλη ως τότε μορφή οργάνωσης, εξασφαλίζοντας έτσι την δυνατότητα για την ύπαρξη και στο μέλλον μιας ζωντανής και δημιουργικής μειονότητας στην Ουγγαρία.

( Αημοσιεύθηκε το 1996 στο πρώτο τεύχος της σειράς εκδόσεων της Ουγγρικής Εθνογραφικής Εταιρείας "Μελέτες από τη λαογραφία των εθνικοτήτων των Αρμενίων, Βουλγάρων, Ελλήνων, Πολωνών και Ρουθήνων της Ουγγαρίας”.)

 

   
Előző fejezet Következő fejezet